Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

hush now


και η κουβέντα ενός καφέ συντροφιά για τέτοιες ώρες. Ώρες ωραίες, μιας μοναξιάς επίπλαστης, με καπνούς ενοχών, άδεια ποτήρια, φίλους πίσω από ένα καθρέφτη κι ένα φως τόσο εκτυφλωτικό όσο και ψεύτικο.

Ώρες που ένα παλιό σαξόφωνο χτυπάει κατ' ευθείαν στομάχι.

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

ονειρεύτηκα;


μια φυλή από κόκκινους ανθρώπους κατέκλυσε τον κόσμο… η αρχηγός τους με κοίταξε και μου πήρε το σκαλπ… λάθος χρώμα, για ακόμα μία φορά.

Και μετά κατάλαβα.
Φτιάχνω δικούς μου ανθρώπους για να γεμίζουν τις σελίδες μου. Όλοι με τις ίδιες γραμμές, αναγκασμένοι σε μια δική μου κλωνοποίηση, γυμνοί, χωρίς φύλο και πάντα εντυπωσιακά μαλλιά. Κι αν είναι έτσι γιατί πήραν τα δικά μου; 

παράλληλες ιστορίες


μία στο χαρτί και μία εδώ. Μία από χέρι που τρέμει και μία με τη σιγουριά ενός κέρσορα που αναβοσβήνει περιμένοντας, σχεδόν πιεστικά, να πάει παρακάτω. Να πάρει! Πρώτη φορά το βλέπω στ’ αλήθεια…

Νόημα σε καμία από τις δύο. Κι εγώ στη μέση. Ίσως κενή νοήματος κι εγώ από καιρό. Εγκλωβισμένη σε μία πραγματικότητα που μόνο όνειρο μπορεί να είναι… με τον εαυτό μου να αρνείται να συμβαδίσει με αυτή… Και γι’ αυτό σαν κάπου να χάθηκα, συνήθειες άλλες, ξένες. Μα τι μου κάνατε;


Εσύ και οι φανταστικοί σου φίλοι… τωρινοί και μελλοντικοί.
Εσύ και φανταστικοί σου θαυμαστές, εραστές… στ’ αλήθεια κανείς… για την ώρα τουλάχιστον.
Εσύ και η φτιαχτή σου αισιοδοξία… η ελπίδα που ούτε εσύ ελπίζεις.
Εσύ και κανά δυο ακόμα σαν κι εσένα σαν κι εσένα…
Εσύ που δημιουργείς μικρά δράματα, κι έλεγες τους άλλους…
Εσύ με τα μικρά σου ψέματα, εσύ που σε έχασα και σε ψάχνω.
Εσύ που σε βαρέθηκα.
Εγώ που πάλι παίζω μια άλλη.

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

μικρές offline στιγμές


στιγμές που για λίγο είσαι αόρατος σε κάποιους μόνο, επιλεκτικά ορατός σε άλλους, σε κάποιους ημιδιάφανος κοντά στο πλέγμα, κοντά στο δίκτυο, στις παρυφές ίσως αυτού.

στιγμές κάπως επικίνδυνες, ένα άλμα εγκλωβισμένο σε ένα κατακόρυφο προστατευτικό δίχτυ έτοιμο να υποχωρήσει κάτω απ’ το βάρος σου.

και στον ορίζοντα το κενό! Κλίμακες στον αέρα που σαν σε όνειρο πλησιάζουν τα σύννεφα με όρους γης.


                           ...


Ένα πρωί δυο μάτια κοίταξαν χαμηλά. Μέσα από δυο θεόρατες τρύπες είδαν το αρχείο λουσμένο στο φως. Οι άνθρωποι τυφλώθηκαν. Μες στο σκοτάδι τους ψηλάφιζαν τα δεδομένα. Αντί γι’ αυτά έβρισκαν τρύπες, σκάλες, τουαλέτες.

Και τα μάτια γέλασαν. Σαν να τους έριξαν στην παγίδα τους. Σαν να κατάλαβαν πως τίποτα άλλο δεν είχε νόημα. Μόνο τα ανεβάσματα και τα κατεβάσματα. Τόσες τρύπες κι αυτοί στο σκοτάδι τους.

Και τότε τα μάτια δάκρυσαν κάτω από το λάθος τους. Αφού το φως τους τύφλωνε είχαν αποτύχει, έψαχναν αυτό που δεν μπορούσαν να βρουν.

Και τα φώτα έσβησαν, και τα μάτια χάθηκαν, και οι τρύπες έκλεισαν

Το μόνο που έμεινε ήταν κάτι ίχνη στα υπόγεια. Κάτι μυστικές κατακόμβες που δεν έφτασε το φως.
Εκεί είχαν μείνει κάποιοι τρωγλοδύτες που έβλεπαν ακόμα στα σκοτάδια.


Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

είναι κάτι Κυριακές...

με ζεστούς καφέδες αργά το μεσημέρι...με τσίπουρα στον ήλιο με καλή παρέα...με εφημερίδες και στριμμένα τσιγάρα…

είναι κάτι Κυριακές με χαμογελαστά μάτια και γεμάτα χείλη σε απόσταση αναπνοής...με κλεφτά βλέμματα και πειράγματα...

είναι κάτι Κυριακές σαν τη σημερινή που μια βαθιά φωνή ξάφνου θυμίζει έρωτα...που η υποψία έρωτα ξυπνάει κάτι χαζά όνειρα χαμένα εδώ και καιρό...που κάπου σ’ αυτά τα όνειρα παραπατάω μεθυσμένη...για φαντάσου...


Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

πρωί...

και μου λες κι εσύ πως σε ξένα κρεβάτια ξυπνάς ξανά...και νομίζω ότι μιλάς για μένα αφού μου το λες μόλις ανοίγω τα μάτια μου και από το  σπίτι  κι εγώ μακριά...σε ένα στενό σαλόνι...με γκρι τοίχους...με έπιπλα παντού...με ανάσες άλλων...με καμένες κουβέρτες...με όνειρα αιθυλικά...

και μ' αρέσει που περιμένεις...πιο σίγουρη για το σπίτι που έρχεται..και τότε κι άλλα ξένα κρεβάτια..κι άλλα ξένα σπίτια...και ίσως λίγο καλύτερα ξυπνήματα...σε σπίτια λίγο πιο φωτεινά...λίγο πιο άδεια...δίπλα σε ξενυχτισμένα χαμόγελα κι ανάκατα μαλλιά...κι ένας ζεστός καφές σε απόσταση λογική...εκεί στο σπίτι...χωρίς ραντεβού....φόντο στις ιστορίες...

θα ρθω....μ' ακούς;


Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

σκέφτομαι...

πως είναι βράδια σαν κι αυτά που κάτι υπόγειο ταράζει την πόλη. Μια δίκαννη καραμπίνα εκπυρσοκροτεί και σαν σε σεισμό η πόλη δονείται. Οι σφαίρες τρέχουν κι εγώ τις προλαβαίνω στην ελεύθερη πτώση τους. Στήνω ένα φράγμα μπροστά τους που όλο κινείται, λίγο πιο πάνω, λίγο πιο κάτω, προσπαθώντας να μαντέψει την καμπύλη τους. Φοβάμαι μην τις χάσω γιατί σ’ αυτές ελπίζω, σχεδόν σίγουρη πως θα γίνουν σκάγια, κι αυτά άνθρωποι, χορός και μουσική.



Ο καθένας με τα δικά του ακουστικά, σε ένα δικό του κόσμο, με μια δική του μουσική να χορεύει για μένα χωρίς να το ξέρει.



Τους βλέπω και χαμογελάω, τους κάνω κουκίδες και προσπαθώ να καταλάβω το ψηφιδωτό που εμφανίζεται μπρος μου...Όμως όλο αλλάζει, τα ανθρώπινα πίξελ αναβοσβήνουν. Με γοητεύουν, με ζαλίζουν, μέχρι που βρίσκομαι ν’ αναρωτιέμαι μήπως χάθηκα κάπου στην πορεία…



Αλήθεια, πώς κάνω reboot...?