Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

πάλι βροχή

καθησυχαστική κι όμως με ροκανίζει όλη μέρα. Ξεπλένει τα χρώματα των ημερών. Πνίγει τις μουσικές και τις φωνές που έρχονται από παντού. Ξεβάφει την μαγική πόλη…Πόσο ταιριαστή σήμερα!


Ψεύτικες μέρες ή αληθινές; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω και προσμένω την ώρα που θα κοπάσει η βροχή. Ίσως τότε καταλάβω. Ψεύτικη εγώ μες στην κρυφή αλήθεια μου και φοβάμαι να βγω μην τυχόν με ξεπλύνει κι εμένα.


Διονυσιακές εποχές και δεν τους πάει η μελαγχολία. Δεν τους πάνε ούτε οι αριθμοί που γυρίζουν στο κεφάλι μου. Και με κούρασαν, τους βαρέθηκα κι αυτούς κι ας ντύθηκαν γιορτινά για να με ξεγελάσουν, κι ας φόρεσαν μάσκες και στολές, κι ας έκαναν ότι χορεύουν για να με παρασύρουν. Ψέμα ήταν…δεν ήταν μεθυσμένοι. Ο τετράγωνος χορός τους τους πρόδωσε.

ξημερώνει

πολύ αργά όμως. Ο χρόνος ξαφνικά άλλαξε τέμπο. Τώρα κυλάει αργά και κουραστικά. Πόσο μακριά φαντάζει η λύτρωση. Τα όνειρα μόνο προσωρινή είναι και τα δικά μου στέρεψαν τώρα τελευταία.


Κακό. Αλλά δικό μου. Η σκέψη μου με πληγώνει σήμερα. Ας πληγώσει μόνο εμένα για απόψε.


Ελπίζω στα όνειρα που έρχονται.


καληνύχτα…

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

απόγευμα

και όλες μου οι άμυνες σε επιφυλακή, κι όμως υποχώρησαν μπροστά στον εχθρό. Στρατηγικά ίσως, αποδιοργανωτικά όμως.


Το μυαλό μου γυρίζει στην ίδια δίνη μέρες τώρα χωρίς σταματημό. Οι εικόνες αλλάζουν, η κίνηση όμως μία. Ένας τρελός στροβιλισμός που επιταχύνει ή επιβραδύνει ανάλογα με τη διάθεσή μου. Όλα γύρω μου με καλούν να γίνω κομμάτι του, να εγκατασταθώ στο μάτι του κυκλώνα. Εγώ, μοναδική σταθερά να ενορχηστρώνω όλη την κίνηση.


Περίεργο πράγμα ο χρόνος. Περίεργο και η σκέψη. Όταν επιβάλλεται να τιθασευτεί, αυτή τρέχει όσο πιο μακριά μπορεί. Άντε να την πιάσω πάλι…


Ονειρεύομαι συνέχεια αυτές τις μέρες. Με μάτια ανοιχτά μόνο. Μία πολύχρωμη κορδέλα να στροβιλίζεται γύρω μου. Σιγά σιγά με ακουμπάει, τυλίγει όλο μου το σώμα. Γίνεται δεύτερο δέρμα μου και μόλις με αφομοιώσει τινάζεται με δύναμη μακριά μου και με αφήνει γυμνή. Απλώνεται σε όλη την πόλη, σχηματίζει γερανούς και κύβους. Δένει ανθρώπους. Εγώ πάντα από ψηλά, μοναδικός πανόπτης του δικού μου δημιουργήματος.


και τώρα fast forward.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

βραδινές σκέψεις ξανά

κάτι έχει αλλάξει. Τόσα σχήματα, τόσα χρώματα, τόσες μουσικές. Όλα στριφογύριζαν στο μυαλό μου, κι όμως τίποτα δεν κατάφερα πάλι. Όλα κάτι άλλο θύμιζαν, κάτι απ’ τα παλιά, απ’ αυτά που ξεχνάω σιγά σιγά. Και όλο πίσω γυρνάω χωρίς να το θέλω.


Θα το ξορκίσω λοιπόν.


Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα…


βραδινές σκέψεις


Γράφοντας χωρικά. Ο χώρος κάτω από τη κουβέρτα, μία φωλιά, ένας άλλος κόσμος. Το δικό μου παράλληλο σύμπαν. Η ασφάλεια και γύρω το κενό, το τίποτα, η ανυπαρξία και φόβος. Για το άγνωστο, για την αδυναμία να αντιληφθώ οτιδήποτε με ξεπερνάει. Πόσο λυπηρή διαπίστωση. Πόσο μικροί είμαστε τελικά! Κλεισμένοι μέσα στο δικό μας παράλληλο χώρο. Κλεισμένοι μέσα στον εαυτό μας και τάχα γιατί;


Πάντα θα είναι μια κουβέρτα. Το όριο, το σύνορο, το εύπλαστο τείχος μου που ποτέ δεν κλέβει χώρο από μένα αλλά μόνο για μένα διεκδικεί κάτι λίγο από το χώρο των άλλων. Και είναι σπουδαία κατάκτηση. Η κουβέρτα μου, αυτός ο μικρός εύπλαστος απατεώνας μου. Σ’ αυτή χωράνε μόνο οι φίλοι μου, οι δικοί μου. Σ’ αυτούς παραχωρώ λίγο από μένα κι αν τύχει κι αφεθώ, ίσως βγω από το κουκούλι μου και τότε θα φυλάει τους άλλους. Κι εγώ πάλι μόνη κι απροστάτευτη βορρά στο σύμπαν και το αστρικό μεγαλειώδες κενό του. Περιμένω καρτερικά να με κατασπαράξει.


Φοβάμαι πως θα μείνω  ε κ ε ι  να αιωρούμαι στο τίποτα δίχως  να μπορώ να αφομοιωθώ, δίχως να μπορώ να μετακινηθώ.


Εγώ, μια μαύρη τρύπα μες στην ανυπαρξία μου. Να είμαι τα πάντα και τίποτα συγχρόνως, όλος ο χώρος ο αληθινός και ο μη χώρος ο φανταστικός, ύλη και αντιύλη την ίδια στιγμή. Το φάντασμα του εαυτού μου κλεισμένο σε μια αόρατη φυλακή, τόσο νοητή όσο και πραγματική. Με τόση υλικότητα όση το δέρμα μου μπορεί να ορίσει, με τόση κενή υπόσταση που ο εγκέφαλός μου στο τέλος θα ανατιναχθεί.


Και όλο αυτό θέλω να πλησιάσω, να το ψηλαφίσω, να το αφουγκραστώ. Και φευ πως; Αφού διαρκώς κλείνομαι στη σπηλιά μου, στο ίδιο κρεβάτι πάντα κάτω από την ίδια κουβέρτα.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

ξύπνησα από λήθαργο…

τώρα ένας άλλος κόσμος. Μαγικές πύλες για άλλους κόσμους. Παράθυρα ουρανού σε γκρίζες πολυκατοικίες. Κι εγώ η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Το φως με οδηγεί. Ισχυρό, λευκό με φωνάζει. Ζητάει προσοχή, σημασία. Αναπαράγει την πραγματικότητα με ένα τρόπο μοναδικό, σχεδόν μαγικό. Πόσο διαφορετική φαντάζει τώρα…

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

βραδυ ξανα

και πάλι μόνη.  Μια κουβέρτα, μια οθόνη που τρεμοπαίζει και σκόρπιες λέξεις στο μυαλό μου. Προσπαθώ να τις καταγράψω, να τις βάλω σε μια σειρά έτσι ώστε να βγάλουν νόημα, να αποκτήσουν περιεχόμενο, να μου δώσουν να καταλάβω κι εγώ τι προσπαθούν να μου πουν. Για μένα μόνο. Τι ώρα κι αυτή…Προσπαθώ πάλι να ξεφύγω από τους φόβους μου, ψάχνω τα όνειρα μου να με λυτρώσουν για ακόμα μια φορά από τον εαυτό μου.



Τι προσπαθώ να μου πω; Θα καταλάβω ποτέ; Χίμαιρα εγώ η ίδια μήπως; Προσπαθώ να με πιάσω πάλι…δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα τα καταφέρω, κάπου θα με βρω να περιπλανιέμαι και τότε θα με αιφνιδιάσω. Εγώ κυνηγός και θήραμα συγχρόνως…



Και για μια φορά ακόμη μία η προσωρινή λύση, στην αγκαλιά του Μορφέα θα παραδοθώ, και δεν θα είμαι άλλο μόνη. Θα μου ψιθυρίσει στο αυτί τις πιο γλυκές και περίεργες ιστορίες κι εγώ θα βαλθώ να τις σκηνοθετήσω όσο καλύτερα μπορώ στην ταινία που μοναδικός θεατής ο εαυτός μου.



καληνύχτα λοιπόν…

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

ονειρεύτηκα

εμένα. εσένα. Όλους μας. Μπλεγμένους σε ένα τεράστιο πανηγύρι, σε μία τεράστια γιορτή. Γκροτέσκες φιγούρες παντού. Μια υπερμεγέθης κυρία στοίχειωνε τα πάντα. Σχεδόν γυμνή όλοι προσπαθούσαν να την αποφύγουν αλλά δεν υπήρχε τρόπος. Όπου κι αν γυρνούσες το βλέμμα σου πάνω της έπεφτε. Φάντασμα δικό μου κι αυτή…