Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

ξημερώνει...

με αϋπνία, αγωνία, φαντασία για κάτι πλέον πολύ κοντινό.

Πώς να συνοψίσεις τόσους μήνες, όνειρα, άγχος, δημιουργία, σχέδια, κουβέντες, αστεία, ανθρώπους. Κι όλα κοινά, κι όλα ξεχωριστά. Και κάποια δικά μου, και κάποια αλλονών. Και μυστικά, αποκαλύψεις, εκδρομές, απογοητεύσεις, χορός, ποτά.

Και τώρα πώς; Πώς να σας κάνω να καταλάβετε πως σ' όλο αυτό  είμαι κάπου κι εγώ. Πως με βρήκα, στην καλύτερή μου εκδοχή.

Από που να ξεκινήσω λοιπόν; Αφού ούτε εγώ θυμάμαι καλά καλά. Μόνο σκόρπια λόγια, εικόνες, ξενύχτια, φίλους και βράδια ινσόμνιας.

Κι αν τα ξεχάσω τώρα πώς θα με καταλάβετε;

Κι αν κάτι μου ξεφύγει μήπως με ξαναχάσω;

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

λίγο πριν


με μολύβι δανεικό, νέα εσωτερικά, ένα αργό μηχάνημα και μία παραγγελία σε αναμονή.

Γύρω έρωτας για κάποιους, πιο χαρούμενους, ίσως πιο τυχερούς. Εγώ λογικά κάπως έτσι. Με πολύ αγάπη και λίγη δουλειά.

Κι αν όχι έτσι, πως αλλιώς;



Τι συμβαίνει όταν η διόρθωση έγκειται στο γράμμα και όχι στον αριθμό;

Απορίες ενός κάπως mauve ανθρώπου προς έναν κάπως πιο πολύχρωμο.

Ένα σουρεαλιστικό καζανάκι που ορίζει μήνες και μνήμες, που μας στροβιλίζει όλους μαζί και τον καθένα μόνο.

Δύο μπογιές να παλεύουν και μια γλώσσα να τρέχει. Και η δική μας σιωπή να κάνει fade in σε λόγο αργά και σταδιακά.

Κι ένας τοίχος από εμμονές/ιδέες/αγωνία/ελπίδα. Ένας τοίχος γεμάτος όνειρα κατοίκησης.

Δικά της, δικά του, ίσως και δικά μου, μακάρι και δικά σου.



Κι οι εμμονές όλων εδώ. Μια περίεργη λούπα να τις επαναφέρει. Καθένας με τις δικιές του. Κι όλες να επανέρχονται. Ξανά και ξανά οι ίδιες, κοινές, μέσα στην ίδια λούπα να παίζουν ένα ιδιόμορφο κρυφτό. Όλες ψάχνουν μια αλήθεια, εδώ ίσως χωρική, αλλού ίσως ερωτική. Υπερεκτιμημένες και παρεξηγημένες πάντα.

Κι όλο εκδοχές, αμφιβολίες, άγχος και καπνοί. Μετά κι άλλες εμμονές, αυτές λίγο χαζές, υλικές, συναισθηματικές, ψυχαναγκαστικές, τρυφερές. Για ένα μολύβι, για ένα τηλέφωνο, για ένα χρώμα, για ένα σχέδιο, για έναν άνθρωπο.

Κι όλες δικές σου.
κι οι δικές μου μάλλον δανεικές.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

πωλείται κορμί


σε τιμή ευκαιρίας. Κάπως φθαρμένο, σαφώς χαλασμένο, πιθανότατα χαμένο. Πωλείται για όλους τους λάθους λόγους.

Πίσω από μάτια που γυαλίζουν, πίσω από μια άλλη φωνή, πίσω από πόνους στον κορμό κρύβονται αιτίες ξένες σε μένα. Αιτίες πώλησης, όλες λάθος, επαναλαμβανόμενες, φθηνές.

Κι η επιθυμία στο βάθος… ακόμα πιο πίσω, καταχωνιασμένη , ανίσχυρη θαρρείς. Κρύβεται από μένα σαν να με ντρέπεται, σαν να μην μου αξίζει αφού δειλή με βγάζω στο σφυρί αντί να με χαρίσω, με ξεπουλάω λίγο λίγο υποκύπτοντας σε τραύματα επιφανειακά, αφήνοντας τα να πάρουν το δρόμο τους προς το εσωτερικό του κορμιού μου.

Πωλείται κορμί γιατί εγώ το βαρέθηκα.

Άμεσα και όσο όσο. Πληροφορίες εντός…

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

ένας λαβύρινθος εκεί κάτω


Αλήθεια θυμάσαι γιατί; Καταφύγιο για τις επιθυμίες μας ίσως. Εκεί που δεν πιάνουν οι κεραίες. Στα σκοτεινά. Χώμα γύρω τριγύρω. Χώμα και λίγοι άνθρωποι. Μόνο σώματα. Γίνονται ένα με τους τοίχους, με το χώμα. Σώματα σε αναμονή. Για μένα, για σένα, για τους εαυτούς τους. Χωρίς ονόματα, χωρίς προσχήματα.

Ένας λαβύρινθος γι’ αυτά που δεν βλέπουμε. Για να κρυφτούμε ίσως. Τι περιμένει στο τέλος του; Μόνο μια πόρτα κι αυτή ούτε καν κόκκινη! Μια πόρτα και μια άνοδος δύσκολη. Για θαρραλέους μόνο. Σώματα γυμνά κατ’ ευθείαν στην πλατεία. Περήφανοι που ανέβηκαν απ’ το δικό μας λαβύρινθο, λεπτά πριν χωρίς όνομα, καθαρή επιθυμία.

Ένας λαβύρινθος που πληροί τις προϋποθέσεις τους, που καλύπτει  τις ανάγκες μας. Δεν κρύβει παρά μόνο στεγάζει τα «κακώς καμωμένα»… 

Αλλά κι εμάς… που ‘ναι το θάρρος μας; Τον εξορίσαμε στα έγκατα.
Κατακόμβη, απαντάς, ιερότης και μυσταγωγία στην επιθυμία. 
Ας είναι…πώς να μην υποκύψεις στην τελετουργία του έρωτα;

hush now


και η κουβέντα ενός καφέ συντροφιά για τέτοιες ώρες. Ώρες ωραίες, μιας μοναξιάς επίπλαστης, με καπνούς ενοχών, άδεια ποτήρια, φίλους πίσω από ένα καθρέφτη κι ένα φως τόσο εκτυφλωτικό όσο και ψεύτικο.

Ώρες που ένα παλιό σαξόφωνο χτυπάει κατ' ευθείαν στομάχι.

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

ονειρεύτηκα;


μια φυλή από κόκκινους ανθρώπους κατέκλυσε τον κόσμο… η αρχηγός τους με κοίταξε και μου πήρε το σκαλπ… λάθος χρώμα, για ακόμα μία φορά.

Και μετά κατάλαβα.
Φτιάχνω δικούς μου ανθρώπους για να γεμίζουν τις σελίδες μου. Όλοι με τις ίδιες γραμμές, αναγκασμένοι σε μια δική μου κλωνοποίηση, γυμνοί, χωρίς φύλο και πάντα εντυπωσιακά μαλλιά. Κι αν είναι έτσι γιατί πήραν τα δικά μου; 

παράλληλες ιστορίες


μία στο χαρτί και μία εδώ. Μία από χέρι που τρέμει και μία με τη σιγουριά ενός κέρσορα που αναβοσβήνει περιμένοντας, σχεδόν πιεστικά, να πάει παρακάτω. Να πάρει! Πρώτη φορά το βλέπω στ’ αλήθεια…

Νόημα σε καμία από τις δύο. Κι εγώ στη μέση. Ίσως κενή νοήματος κι εγώ από καιρό. Εγκλωβισμένη σε μία πραγματικότητα που μόνο όνειρο μπορεί να είναι… με τον εαυτό μου να αρνείται να συμβαδίσει με αυτή… Και γι’ αυτό σαν κάπου να χάθηκα, συνήθειες άλλες, ξένες. Μα τι μου κάνατε;


Εσύ και οι φανταστικοί σου φίλοι… τωρινοί και μελλοντικοί.
Εσύ και φανταστικοί σου θαυμαστές, εραστές… στ’ αλήθεια κανείς… για την ώρα τουλάχιστον.
Εσύ και η φτιαχτή σου αισιοδοξία… η ελπίδα που ούτε εσύ ελπίζεις.
Εσύ και κανά δυο ακόμα σαν κι εσένα σαν κι εσένα…
Εσύ που δημιουργείς μικρά δράματα, κι έλεγες τους άλλους…
Εσύ με τα μικρά σου ψέματα, εσύ που σε έχασα και σε ψάχνω.
Εσύ που σε βαρέθηκα.
Εγώ που πάλι παίζω μια άλλη.