Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

πωλείται κορμί


σε τιμή ευκαιρίας. Κάπως φθαρμένο, σαφώς χαλασμένο, πιθανότατα χαμένο. Πωλείται για όλους τους λάθους λόγους.

Πίσω από μάτια που γυαλίζουν, πίσω από μια άλλη φωνή, πίσω από πόνους στον κορμό κρύβονται αιτίες ξένες σε μένα. Αιτίες πώλησης, όλες λάθος, επαναλαμβανόμενες, φθηνές.

Κι η επιθυμία στο βάθος… ακόμα πιο πίσω, καταχωνιασμένη , ανίσχυρη θαρρείς. Κρύβεται από μένα σαν να με ντρέπεται, σαν να μην μου αξίζει αφού δειλή με βγάζω στο σφυρί αντί να με χαρίσω, με ξεπουλάω λίγο λίγο υποκύπτοντας σε τραύματα επιφανειακά, αφήνοντας τα να πάρουν το δρόμο τους προς το εσωτερικό του κορμιού μου.

Πωλείται κορμί γιατί εγώ το βαρέθηκα.

Άμεσα και όσο όσο. Πληροφορίες εντός…

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

ένας λαβύρινθος εκεί κάτω


Αλήθεια θυμάσαι γιατί; Καταφύγιο για τις επιθυμίες μας ίσως. Εκεί που δεν πιάνουν οι κεραίες. Στα σκοτεινά. Χώμα γύρω τριγύρω. Χώμα και λίγοι άνθρωποι. Μόνο σώματα. Γίνονται ένα με τους τοίχους, με το χώμα. Σώματα σε αναμονή. Για μένα, για σένα, για τους εαυτούς τους. Χωρίς ονόματα, χωρίς προσχήματα.

Ένας λαβύρινθος γι’ αυτά που δεν βλέπουμε. Για να κρυφτούμε ίσως. Τι περιμένει στο τέλος του; Μόνο μια πόρτα κι αυτή ούτε καν κόκκινη! Μια πόρτα και μια άνοδος δύσκολη. Για θαρραλέους μόνο. Σώματα γυμνά κατ’ ευθείαν στην πλατεία. Περήφανοι που ανέβηκαν απ’ το δικό μας λαβύρινθο, λεπτά πριν χωρίς όνομα, καθαρή επιθυμία.

Ένας λαβύρινθος που πληροί τις προϋποθέσεις τους, που καλύπτει  τις ανάγκες μας. Δεν κρύβει παρά μόνο στεγάζει τα «κακώς καμωμένα»… 

Αλλά κι εμάς… που ‘ναι το θάρρος μας; Τον εξορίσαμε στα έγκατα.
Κατακόμβη, απαντάς, ιερότης και μυσταγωγία στην επιθυμία. 
Ας είναι…πώς να μην υποκύψεις στην τελετουργία του έρωτα;

hush now


και η κουβέντα ενός καφέ συντροφιά για τέτοιες ώρες. Ώρες ωραίες, μιας μοναξιάς επίπλαστης, με καπνούς ενοχών, άδεια ποτήρια, φίλους πίσω από ένα καθρέφτη κι ένα φως τόσο εκτυφλωτικό όσο και ψεύτικο.

Ώρες που ένα παλιό σαξόφωνο χτυπάει κατ' ευθείαν στομάχι.

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

ονειρεύτηκα;


μια φυλή από κόκκινους ανθρώπους κατέκλυσε τον κόσμο… η αρχηγός τους με κοίταξε και μου πήρε το σκαλπ… λάθος χρώμα, για ακόμα μία φορά.

Και μετά κατάλαβα.
Φτιάχνω δικούς μου ανθρώπους για να γεμίζουν τις σελίδες μου. Όλοι με τις ίδιες γραμμές, αναγκασμένοι σε μια δική μου κλωνοποίηση, γυμνοί, χωρίς φύλο και πάντα εντυπωσιακά μαλλιά. Κι αν είναι έτσι γιατί πήραν τα δικά μου; 

παράλληλες ιστορίες


μία στο χαρτί και μία εδώ. Μία από χέρι που τρέμει και μία με τη σιγουριά ενός κέρσορα που αναβοσβήνει περιμένοντας, σχεδόν πιεστικά, να πάει παρακάτω. Να πάρει! Πρώτη φορά το βλέπω στ’ αλήθεια…

Νόημα σε καμία από τις δύο. Κι εγώ στη μέση. Ίσως κενή νοήματος κι εγώ από καιρό. Εγκλωβισμένη σε μία πραγματικότητα που μόνο όνειρο μπορεί να είναι… με τον εαυτό μου να αρνείται να συμβαδίσει με αυτή… Και γι’ αυτό σαν κάπου να χάθηκα, συνήθειες άλλες, ξένες. Μα τι μου κάνατε;


Εσύ και οι φανταστικοί σου φίλοι… τωρινοί και μελλοντικοί.
Εσύ και φανταστικοί σου θαυμαστές, εραστές… στ’ αλήθεια κανείς… για την ώρα τουλάχιστον.
Εσύ και η φτιαχτή σου αισιοδοξία… η ελπίδα που ούτε εσύ ελπίζεις.
Εσύ και κανά δυο ακόμα σαν κι εσένα σαν κι εσένα…
Εσύ που δημιουργείς μικρά δράματα, κι έλεγες τους άλλους…
Εσύ με τα μικρά σου ψέματα, εσύ που σε έχασα και σε ψάχνω.
Εσύ που σε βαρέθηκα.
Εγώ που πάλι παίζω μια άλλη.

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

μικρές offline στιγμές


στιγμές που για λίγο είσαι αόρατος σε κάποιους μόνο, επιλεκτικά ορατός σε άλλους, σε κάποιους ημιδιάφανος κοντά στο πλέγμα, κοντά στο δίκτυο, στις παρυφές ίσως αυτού.

στιγμές κάπως επικίνδυνες, ένα άλμα εγκλωβισμένο σε ένα κατακόρυφο προστατευτικό δίχτυ έτοιμο να υποχωρήσει κάτω απ’ το βάρος σου.

και στον ορίζοντα το κενό! Κλίμακες στον αέρα που σαν σε όνειρο πλησιάζουν τα σύννεφα με όρους γης.


                           ...


Ένα πρωί δυο μάτια κοίταξαν χαμηλά. Μέσα από δυο θεόρατες τρύπες είδαν το αρχείο λουσμένο στο φως. Οι άνθρωποι τυφλώθηκαν. Μες στο σκοτάδι τους ψηλάφιζαν τα δεδομένα. Αντί γι’ αυτά έβρισκαν τρύπες, σκάλες, τουαλέτες.

Και τα μάτια γέλασαν. Σαν να τους έριξαν στην παγίδα τους. Σαν να κατάλαβαν πως τίποτα άλλο δεν είχε νόημα. Μόνο τα ανεβάσματα και τα κατεβάσματα. Τόσες τρύπες κι αυτοί στο σκοτάδι τους.

Και τότε τα μάτια δάκρυσαν κάτω από το λάθος τους. Αφού το φως τους τύφλωνε είχαν αποτύχει, έψαχναν αυτό που δεν μπορούσαν να βρουν.

Και τα φώτα έσβησαν, και τα μάτια χάθηκαν, και οι τρύπες έκλεισαν

Το μόνο που έμεινε ήταν κάτι ίχνη στα υπόγεια. Κάτι μυστικές κατακόμβες που δεν έφτασε το φως.
Εκεί είχαν μείνει κάποιοι τρωγλοδύτες που έβλεπαν ακόμα στα σκοτάδια.


Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

είναι κάτι Κυριακές...

με ζεστούς καφέδες αργά το μεσημέρι...με τσίπουρα στον ήλιο με καλή παρέα...με εφημερίδες και στριμμένα τσιγάρα…

είναι κάτι Κυριακές με χαμογελαστά μάτια και γεμάτα χείλη σε απόσταση αναπνοής...με κλεφτά βλέμματα και πειράγματα...

είναι κάτι Κυριακές σαν τη σημερινή που μια βαθιά φωνή ξάφνου θυμίζει έρωτα...που η υποψία έρωτα ξυπνάει κάτι χαζά όνειρα χαμένα εδώ και καιρό...που κάπου σ’ αυτά τα όνειρα παραπατάω μεθυσμένη...για φαντάσου...