Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

Στο repeat λοιπόν. Αλλονών λόγια δικά μου για ένα ακόμα βράδυ. Που να 'ναι τώρα μια παγωμένη βότκα όταν την έχεις ανάγκη, σκέτη, γυαλιστερή, κατ'ευθείαν απ' την κατάψυξη. Βάλσαμο. Όλα τα υπόλοιπα υποκατάστατα κι από τέτοια γεμάτη. Στον καπνό ελπίζω μόνο. Το μόνο αυθεντικό που μου 'χει μείνει. Με αγώνα κι αυτό.

Και στο βάθος κανείς, και στο βάθος κήπος. Ο γνωστός, με τα κεράσια του, τα μήλα του, τις αληθινές ντομάτες και μια ξεχασμένη αιώρα ανάμεσά τους.

Μισές οι σκέψεις μου. Υποκατάστατα κι αυτές. Σκόρπιες και δανεικές όλες. Ανακυκλώνομαι, αναπαράγομαι. Με βαρέθηκα.

Εδώ οι εφιάλτες. Εδώ κι ο έρωτας. Δανεικός κι αυτός. Αναστεναγμοί άλλων για κάποιες στιγμές δικοί μου. Και μεταοργασμική θλίψη τώρα. Άνευ οργασμού, άνευ ηδονής. Κενή αγγίγματος, πλήρης ενοχών, πλήρης δακρύων, πλήρης καπνών.

Κι όλα τα λόγια μου ξένα, κλεμμένα. Σφετερίστρια του εαυτού μου. Κι αυτό το νερό δεν καίει όσο πρέπει. Δε με εξαγνίζει, δε με ξεπλένει. Πανάκεια τα καινούρια μου φάρμακα.

Μια ΄μέρα θα γράψω χαρούμενη. Δε θα καπνίζω, δε θα πίνω, δε θα κρύβομαι. Μια μέρα τα γράμματα μου θα χαμογελάνε και θα χορεύουνε, θα είναι καθαρά και ευανάγνωστα. Τα μάτια μου θα γυαλίζουνε αλλιώς. Τα χέρια μου θα θυμούνται άλλο κορμί και θα ανατριχιάζουν ανακαλύπτοντάς το νοερά. Το κεφάλι μου δε θα πονάει και τα πόδια μου δε θα τρέμουν. Η φωνή μου θα γίνεται βραχνή από μνήμες κοντινές.

Εκείνη τη μέρα θα έχω αλλάξει χρώμα.

καταφύγιο

θυμάσαι που έψαχνες/ε να το/γεμάτο φαντάσματα/σκάλες και χώμα/ θαμένη κι εσύ/ξανά/πάντα
κάπου εκεί που ο ουρανός μπερδεύεται με τις σκάλες/κι αυτές με το χώμα/κι εσύ πάλι να ορίζεις τον ορίζοντα/αυθαίρετα/και να του δίνεις όγκο/και να μπαίνεις μέσα/τάχα κρυμμένη/ποτέ στ'αλήθεια/φαντασιώσεις και ψέματα/μόνο έτσι

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

ονειρεύτηκα

πως έχτιζες μια φυλακή για να βγεις απ'τη δική σου. Αυτή που μόνη μπήκες μια ανοιξιάτικη μέρα.

Την φτιάχνεις σε μια χώρα απ'το μηδέν με πολλά νερά και γίγανες που σε τρομάζουν. Και για να νοιώσεις σαν κι αυτούς βάζεις μέσα τα νερά, μέσα τον αέρα και σηκώνεσαι στους αιθέρες. 

Με τροφίμους ιδανικούς που εσύ θα τους εκπαιδεύσεις να ζούνε μέσα στο δικό σου παραμύθι. Με λέξεις μεγάλες και χώρους να παίζουν. Μεγάλα παιδιά που κάτι έκαναν λάθος κι εσύ ένας θετός γονιός να τους μαλώνεις γλυκά.

Μάθε μόνο πως κανένας δε θα τιμωρήσει κι εσένα, ίσως απλά να σε εκπαιδεύσει με χώρους και χορούς άλλους. Με άλλο Foucault  και κιναισθησία προσωπική.

Κι ας μην στηρίζεται πουθενά, τα όνειρα είναι καμωμένα απ'τους δικούς τους κανόνες.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

αυτές οι Κυριακές...

που ο καιρός μοιάζει κάπως καλύτερος και ένας ζεστός καφές που μήνες τώρα σου 'χα υποσχεθεί. Που από παράξενα όνειρα πετάγεσαι ώρες περίεργες για σένα.

κι από όνειρο σε όνειρο ξανά...γιατί τι άλλο μπορεί να είναι αυτή η περίεργη ζωή. Που μοιάζει με άλλης κι όμως δική μου, με το ζόρι. Ημιτελής αυτή , σε αναμονή εγώ.

αυτές οι κυριακές με αταίριαστα ξυπνήματα ανθρώπων που συνπάρχουν όλοι μαζί στο ίδιο όνειρο γιατί αλλιώς μάλλον δε γίνεται.

αυτές οι κυριακές που νοσταλγούν κάποιες άλλες με λίγο δυνατότερο ήλιο και κάπως περισσότερους ανθρώπους, πνιγμένους σε μια ρουτίνα που δεν μπορώ να έχω πια.

αυτες οι κυριακές που μόνο έρωτα ζητούν

και ίσως κάποια γνώριμη εφημερίδα...

Κυριακή 15 Μαΐου 2011


Πάμε ξανά εφηβεία... Αλήθεια αντέχεις δεύτερο γύρο; Κλεισμένη στα βιβλία σου και τις κάπως καλύτερες μουσικές σου...αμίλητη θαρρείς αιώνες πάλι. Σε ρόλο διακοσμητικό οι λιγοστοί που σου 'χουν μείνει. Με μετρημένες κουβέντες, με συστολή και ανείπωτα μυστικά.


Το σφίξιμο γνωστό και αφήνεσαι πάλι. Σε υγρά απογεύματα και σιωπηλά βράδια. Δεν έμαθες να κάνεις τίποτα άλλο θαρρώ. Και σε λυπάμαι ξανά.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

κομμάτια

κομμάτια δικά μου σε πόλεις άλλες. Μακριά, ανεξάρτητα. Κι εγώ εδώ ημιτελής. Νομίζω στάζει αίμα το κορμί μου ζητώντας αυτά που του λείπουν. Πονά και ζητά! Επιστροφή των κλεμμένων, των δανεισμένων, ακόμα και των χαρισμένων.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011


δύο εγώ μέσα σε ένα. Χωρίς καλό και κακό, χωρίς κλισέ, χωρίς έρωτα. Απλά δύο.

Με φόντο κοινό και πάντα στο δρόμο. Σε ρόδες δανεικές, με μουσικές ξένες, με σκέψεις παλιές. Εναλλασσόμενα ασπρόμαυρα μοτίβα κοινά, απ’ τα παλιά κι απ’ τα καινούρια συγχρόνως. Και τα δύο ένα, και ξανά δύο, και μια περιοδική αυξομείωση που ζαλίζει, μπερδεύει, αναστατώνει.

Κι εγώ να γυρνάω ξανά σε μια περίεργη σταθερά, εδώ για χρόνια, τώρα όμως άλλη κι αυτή. Με σοβαρές ερωτήσεις που απαντήσεις δεν έχω. Με αναμονή για κάτι που ακόμα δεν είμαι. Με νοσταλγία για τόσα και φόβο για τα άλλα.

Και τα χέρια βαμμένα ξέθωρο κόκκινο ξανά.